Λέων Τολστόη: "Πόλεμος και Ειρήνη" — Γλωσσάρι

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Διαβάζοντας παλιά έργα για παλιές εποχές, κι ειδικά σε παλιές μεταφράσεις, συναντάς καμιά φορά λέξεις άγνωστες που ανήκουν σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη κουλτούρα. Σε αυτό το νήμα μπορείτε να σημειώνετε τέτοιες λέξεις που συναντάτε στην συνανάγνωση του "Πόλεμος και Ειρήνη" του Λέοντα Τολστόη και θα φροντίζουμε να προστίθενται σε αυτήν την πρώτη ανάρτηση σαν ένα χρήσιμο βοήθημα.

Παρακαλώ να αναφέρετε σελίδα (ώστε να μπορούμε να το βρίσκουμε αν θελήσουμε) και μεταφραστή καθώς και την πρόταση που περιέχει την λέξη. Επίσης κάποια εικονα αν έχετε.

Ξεκινώ με τις λέξεις λορνιόν, jabot, σουαρέ, τρικαντό.

Οι λέξεις και τα αποσπάσματα από την μετάφραση της Κοραλίας Μακρή.

ΛήμμαΕρμηνείαΕικόνα
αζούρ (το) { < γαλλ. }Είδος διακοσμητικής βελονιάς.
αμπέχονο (το) { < αρχ. αμπέχονον}Κοντό επανωφόρι της στρατιωτικής στολής. Το αντίστοιχο με το σημερινό τζάκετ. "Είχε ξεκούπωτο το αμπέχονό του [...]"
αμφιμασχάλιο (το)Διακοσμητικά κορδόνια σε στρατιωτική στολή που κρέμονται από τον ώμο• "Φορούσε τώρα στολή υπασπιστή με μια επωμίδα και αμφιμασχάλιο."
ατλάζι (το) {τουρκ. atlas, atlaz < από τα αραβ.}Είδος υφάσματος γυαλιστερού και σκληρού, από μετάξι και βαμβάκι ή λινό.
βατιστένιο (το) { < βατίστα }Φίνο βαμβακερό• βατιστένιο μαντιλάκι.
βελάδα (η) { < βεν. velada}Είδος επίσημου ανδρικού πανωφοριού• ρεντικότα.
διάσημα (τα)Τα διακριτικά σήματα του βαθμού φορεμένα πάνω στην στολή.
"Αφού κατσάδιασε έναν αξιωματικό γιατί τα διάσημά του δεν ήταν καλά γυαλισμένα [...]"
δραγόνος (ο) {‹ γαλλ. dragon ‹ λατ. draco ‹ ελλ. δράκων}Στρατιώτης του ιππικού. "Εκεί πάνω βρισκόταν το πεζικό και στην ακρούλα φαίνονταν οι δραγόνοι μας."
εκοσέζ (το) { < γαλλ. }Χορός σκοτσέζικου τύπου, συνήθως σε χρόνο 2/4, που χορευόταν κατά τα τέλη του 18ου και αρχές του 19ου αιώνα.(δες τον χορό στο youtube)
ερμίνα (η) { < γαλλ. hermin(e) -α < λατ. Armenius < αρχ. Ἀρμένιος (μσνλατ. mus armenius `ποντίκι της Aρμενίας΄) }Μικρόσωμο ζώο με γυαλιστερό τρίχωμα (συγγενικό με τη νυφίτσα) και η γούνα που φτιάχνεται από αυτό.
ζαμπό (το) { από το γαλ. jabot}Ένα διακοσμητικό φρουφρού που φορούσαν στον λαιμό και στο στήθος. "Φορούσε [...] με φουστκωτό jabot και καφετί φράκο."
καφτάνι (το)Ένδυμα με μακριά μανίκια. "Ο πρίγκιπας ντυνόταν κατά την παλιά μόδα: φορούσε καφτάνι και είχε τα μαλλιά πουδραρισμένα."
κνούτο (το)Είδος μαστιγίου από δερμάτινες λωρίδες που καταλήγουν σε μεταλλικά σφαιρίδια.
κοστιγιόν (το) { < γαλλ. cotillon }Χαρούμενος και ζωηρός χορός που χορεύεται στο τέλος μιας μεγάλης χοροεσπερίδας• "Σ' ένα απ' τα εύθυμα κοστιγιόν πριν απ' το δείπνο, ο πρίγκιπας Αντριέι χόρεψε πάλι με τη Νατάσα."
κρινολίνο (το) { < ιταλ. crinolino }Είδος μακριάς και πολύ φαρδιάς γυναικείας φούστας, που ήταν της μόδας στα μέσα του 19ου αι., με κύριο χαρακτηριστικό το κωδωνοειδές σχήμα που το έδινε ένα εσωτερικό υποστήριγμα από οριζόντια και κάθετα χαλύβδινα ελάσματα.
λορνιόν (το)Ένας παλιός τύπος γυαλιών όρασης. "[...] διόρθωσε το λορνιόν του στα μάτια του, σα να μην μπορούσε να μιλήσει χωρίς αυτό το εργαλείο."
μαζούρκα (η)Χορός πολωνικής προέλευσης.
μπαλάσκα (η)Θήκη για φυσίγγια, η οποία αποτελεί μέρος της ατομικής εξάρτυσης στρατιώτη• φυσιγγιοθήκη.
μποστόν (το)Παιχνίδι με χαρτιά.
μύδρος (ο)Οβίδα κανονιού.
ουκάζιο (το)Τσαρικό διάταγμα.
οφίς (το) {από τα Γαλλικά}Γραφείο.
πελερίνα (η) { < γαλλ. pelerin(e) }Μπέρτα, "[...] για να μην τσαλακώσει τη δαντελένια πελερίνα της [...]"
πουρντμαντώ (το) { < Γαλ. portmanteau }Τύπος τσάντας που μοιάζει με βαλίτσα. "[...] ο γέρος καθόταν στο δωμάτιο της τουαλέτας [...] με το πουρτμαντώ περασμένο περασμένο πάνω του [...]"
πορτμονέ (το)Πορτοφόλι για κέρματα.
προόλκαιο (το)Δίτροχο όχημα για τη ρυμούλκηση του κιλλίβαντα ( :ρ ) πυροβόλου ή βλητοφόρου.
σαμοβάρι (το)Μεταλλικό σκεύος για την παρασκευή τσαγιού.
σαμούρι (το)Ένα είδος κουναβιού του οποίου η γούνα χρησιμοποιείται για ένδυση. Παλίοτερα το κυνηγούσαν, σήμερα το εκτρέφουν• "σκούφο από σαμούρι", "σαμουρένια γούνα", "σαμουρόγουνα"
σαραφάν (το)Γυναικείο ρωσικό φόρεμα που φοριέται στο ύψος του στήθους και κρατιέται με ράντες από τους ώμους.
σβάικα (η)Ανδρικό, λαϊκό ρωσικό παιχνίδι όπου οι παίκτες πετάνε ένα έμβολο μέσα σε ένα μεταλλικό δαχτυλίδι που βρίσκεται σε απόσταση.
σέρα (η) { από το ιτ. serra }Θερμοκήπιο.
σουαρέ (το)Απογευματινή ή βραδινή φιλική συγκέντρωση. "Το σουαρέ στο σαλόνι της Άννας Πάβλοβνα βρισκόταν στο φόρτε του."

σταθμίο (το)Το πίσω τμήμα του κιλλίβαντα πυροβόλου εκστρατείας.
τόκα (η)Αγκράφα ζώνης• "Κοιτάχτε [...] τι τοκίτσα φοράει!"
τρικαντό (το)Ένας τύπος τρίκοχου καπέλου με κάποια διακόσμιση. "Καθώς σηκώθηκε, αντί για το καπέλο του, άρπαξε ένα τρικαντό στρατηγού [...]"
τσαμπούνα (η) Πνευστό μουσικό όργανο παραπλήσιο με την γκάιντα.
τσέρκέζικος (ο) { < γαλλ. }Αυτός που αναφέρεται σε Τσερκέζους, τους κατοίκους της Κιρκασίας, περιοχής του Καυκάσου. Οι Τσερκέζοι μετά την κατάκτηση της Κιρκασίας από τα τσαρικά στρατεύματα κατέφυγαν σε εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκεί εντάχθηκαν στον οθωμανικό στρατό και συγκρότησαν έφιππα τμήματα, όντας περίφημοι ιππείς. Διαβόητοι για το θρησκευτικό τους φανατισμό και τις θηριωδίες που διέπραξαν εις βάρος χριστιανικών πληθυσμών.
χορτονομή (η)Σανός. "Υπάρχει στο Κρεμς αρκετή χορτονομή;"

* Όλα με επιφύλαξη και έπειτα από αναζήτηση σε λεξικά και στον Παγκόσμιο Ιστό και συζητήσεις σε αυτό το νήμα.
 
Σωστά είναι όλα τα παραπάνω :πάνω:

Τρικαντό φορούσε ο Ναπολέων πχ. και σήμερα νοείται ως σημειολογία τρέλας. :τρέλα:

Σουαρέ από τη γαλλική λέξη. Η λέξη χρησιμοποιείτο πολύ στη μεταπολεμική Αθήνα με τα σουαρέ της αριστοκρατίας και τις βεγγέρες των λιγότερο πλούσιων.
 
Last edited:
Μερικες λεξεις που εντοπισα:

-Πορτμονε (ή πορτομονε κάπως ετσι τελος παντων) είναι το πορτοφόλι.

-mon cher, ma chere = αγαπητέ μου, αγαπητή μου

Αν βρω και τίποτα αλλο γαλλοειδές θα το σημειωσω εδω.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Θα το περάσω το ποντμονέ. Αναρωτιέμαι πώς ήταν τα πορτμονέ εκείνου του καιρού. Φαντάζομαι πως ήταν μικρά τσαντάκια, έτσι;

( Τις γαλλικές φράσεις όπως τα "mon cher, ma chere" μετάφραζέ τες εδώ, αν θες, αλλά βέβαια δεν θα περνάνε πιο πάνω στο γλωσσάρι. )

Επίσης, απορώ γιατί επιλέγει να γράψει το jabot με λατινικά γράμματα και όχι π.χ. "ζαμπό".
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Επίσης, απορώ γιατί επιλέγει να γράψειι το jabot με λατινικά γράμματα και όχι π.χ. "ζαμπό".
Και τελικά στην σ. 70 το γράφει "ζαμπό". Τέλος πάντων.

Ξέρει κανείς τί ύφασμα είναι το βατιστένιο; (σ. 79 βατιστένιο μαντιλάκι)

Επίσης, στην σ. 51 γράφει κάτι για "σέρα και οφίς". Φαντάζομαι πως οφίς είναι το γαφείο. Η σέρα, όμως; :χμ:

Αλίκη; ή όποιος άλλος;
 
Σωστά είναι όλα τα παραπάνω :πάνω:

Τρικαντό φορούσε ο Ναπολέων πχ. και σήμερα νοείται ως σημειολογία τρέλας. :τρέλα:
Χίλια συγνώμη για τη διόρθωση , αλλα ο Ναπολέων φορoύσε δίκοχο. Το τρικαντό ήδη απο τα τέλη του 18ου αιώνα είχε αρχίσει να παραμερίζεται απο το δικοχο(bicorne).
Μάλιστα τρικαντό και εν συνεχεία δίκοχο φορούσαν μόνο οι αξιωματικοί.Οι απλοι στρατιώτες φορούσαν shako.

 
Επίσης, στην σ. 51 γράφει κάτι για "σέρα και οφίς". Φαντάζομαι πως οφίς είναι το γαφείο. Η σέρα, όμως; :χμ:

Αλίκη; ή όποιος άλλος;
"σέρα" δεν ειναι γαλλικό, από τα ιταλικά τωρα, σέρα είναι το απόγευμα, το σούρουπο. Μήπως πρόκειται για κάποιο σαλόνι που καθόταν το απόγευμα; Κάτι τέτοιο φαντάζομαι...

Το "οφίς" και βέβαια είναι το γραφείο. :ναι:
 
Αγαπητή Αλίκη,

Η σέρα (ιταλ. serra) είναι το θερμοκήπιο.

Εύχομαι καλή συνέχεια στην ανάγνωση. Το έργο που διαβάζετε είναι αριστούργημα, μια πινακοθήκη χαρακτήρων δοσμένων με τον φυσικότερο τρόπο. Πιστεύω ότι θα το απολαύσετε.

Ευχαριστώ.
 
Ευχαριστουμε Δρ Μωσε, δεν το γνωριζα αυτο γιατι η μονη "σερα" που εχω πετυχει στα λιγα ιταλικα που ξερω ειναι απο το "buona sera" :)))

Επομενως θελουμε και καποιον ιταλομαθη γιατι εχει κ αλλες αγνωστες γλωσσες μεσα!
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Έχω επιφύλαξη κατά πόσο με "πορτμονέ", και τουλάχιστον στο συγκεκριμένο βιβλίο, εννοείται πορτοφόλι. Βλέπω π.χ. στην σ. 94 "πορτμονέ και πορτοφόλια". Μήπως είναι π.χ. το γυναικείο πορτοφόλι; ή απλά κάποιο είδος τσαντάκι;

Επίσης συναντώ την άγνωστη για μένα λέξη μποστόν (σ. 81 και 90): "Άνοιξαν τα τραπεζάκια του μποστόν, σχηματίστηκαν οι παρτίδες [...]"

:χμ:
 
Το εψαξα κ στο Καουφμαν: port-monnaie=το πορτοφολι, το πορτμονε

Στο λεξικο του ιντερνετ δινει την εννοια του μικρου πορτοφολιου για κερματα, επισης συχνα του γυναικειου πορτοφολιου. Αρα ειναι μαλλον κατι τετοιο:

Το μποστον δεν το ξερω, αλλα φανταστηκα οτι ειναι καποιο χαρτοπαιχνιδο κ δεν ασχοληθηκα.

εδιτ: δε φανταζομαι να θελουμε γλωσσαρι κ για τα φαγητα τους ετσι; a la tortue=με χελωνα (???)
 
Last edited:
Έχω επιφύλαξη κατά πόσο με "πορτμονέ", και τουλάχιστον στο συγκεκριμένο βιβλίο, εννοείται πορτοφόλι. Βλέπω π.χ. στην σ. 94 "πορτμονέ και πορτοφόλια". Μήπως είναι π.χ. το γυναικείο πορτοφόλι; ή απλά κάποιο είδος τσαντάκι;

Επίσης συναντώ την άγνωστη για μένα λέξη μποστόν (σ. 81 και 90): "Άνοιξαν τα τραπεζάκια του μποστόν, σχηματίστηκαν οι παρτίδες [...]"

:χμ:
Σχετικά με το μποστόν:

Code:
http://en.wikipedia.org/wiki/Boston_(card_game)
Porte monnaie έλεγε και λεει η μανα μου το μικρο πορτοφολακι που βαζει τα κερματα. Αν δεις και την ετυμολογια της λεξης θα δεις οτι ταιριαζει με την ερμηνεια.

 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Στην σ. 134 (τΒ) ο γερο-πρίγκιπας φοράει καφτάνι και έχει "το πουρντμαντώ περασμένο πάνω του"...

Εγώ θυμάμαι μικρός να έχουμε ένα έπιπλο καθρέφτη-κρεμάστρα-παπουτσοθήκη, στο χολ, που το λέγαμε πορτμαντό. Η εικόνα του γερο-πρίγκιπα να κουβαλάει ένα τέτοιο στην πλάτη δεν μου κολλάει! :ρ

Το καφτάνι το είχα για ρούχο που το φοράν οι ανατολίτες και κυρίως από τον στίχο του Καββαδία: Τονε πιάνουν Μουσουλμάνοι / του φορέσανε καφτάνι.

Παρακαλώ για τα φώτα σας! :ναι:
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
από όσο βλέπω το "russian kaftan" είναι ένα συγκεκριμένο ένδυμα.. Αυτό:

 
Στην σ. 134 (τΒ) ο γερο-πρίγκιπας φοράει καφτάνι και έχει "το πουρντμαντώ περασμένο πάνω του"...
"Portmanteau" ειναι η κρεμαστρα που εχουμε διπλα στην πορτα κ βαζουμε το παλτο, το καπελο, την ομπρελα κλπ. Αυτο νομιζω πως ειναι η ερμηνεια στα γαλλικα. Στα αγγλικα εχει την εννοια της τσαντας, που φερνει σε βαλιτσα. Αυτης συγκεκριμενα:

Ειναι αυτο που λεμε faux-amis δλδ πηραν οι αγγλοι μια λεξη, της αλλαξαν εννοια κ επικρατησε η αλλαγμενη και λανθασμενη εννοια της.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Σ' ευχαριστώ, Αλίκη. Τα Γαλλικά σου μας βοηθούν εδώ πέρα.

Πέρασα και τα νέα λήμματα. :ναι:
 
Προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό το μωσαικό πορτοφόλι που ο ετοιμοθάνατος κόμης Μπεζουχωβ φυλάγει τα χαρτιά του και το έχει κάτω από το μαξιλάρι του.
 

Φαροφύλακας

Υποθετικός Σοφέρ
Προσωπικό λέσχης
Δεν έχεις άδικο. Να φανταστούμε ένα πορτοφόλι που έχει ψηφίδες για διακόσμιση; :χμ:
 
Δεν είναι εκνευριστικό όπως κολλάει καμια φορά το μυαλό μας σε δυο λέξεις? είχα την αγωνία αν θα προλάβουν να καταστρέψουν υα χαρτιά του γέρο κόμη και διαρκώς ξεπηδούσε η εικόνα του πορτοφολιού. :) Σκεφτόμουν "πω πω, θα προλάβουν να τα πάρουν, μήπως εννοεί φτιαγμένο από δέρμα κροκο";!!!
 
Top